Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Μαγείρια

Τον Jamie Oliver τον είχα πρωτοδεί σε ένα από τα κρατικά κανάλια (νομίζω στην ΕΤ1") τότε που ήταν ακόμη απλά ένας χαριτωμένος Αγγλούλης με ένα ποδήλατο και άρχισα να τον βλέπω γιατί ήθελα να πάρω το lower και πίστευα πως ήταν μια καλή ευκαιρία να κάνω listening.
Όσο περνούσε ο καιρός, ήμουν πεπεισμένη για καναδυό πράγματα: α) θα πάτωνα στο listening, β) δεν ήθελα ποτέ να βρεθώ για φαϊ στου Jamie. Ένα γιατί δεν θα καταλάβαινα γρι από ο,τι θα μου έλεγε, και δύο γιατί δεν μου αρέσει να τρώω κοτσάνια.
Μετά από χρόνια ο Jamie έγινε πασίγνωστος, έβγαλε βιβλία, άρχισε σταυροφορία να βάλει την υγεινή διατροφή στα σχολεία Αγγλίας και Αμερικής, έκανε ένα λόχο παιδιά, έβαλε ένα τόνο κιλά και εγώ χρειάστηκε να πάρω και το proficiency για να σιγουρευτώ οτι ο λόγος που δεν τον καταλάβαινα ήταν γιατί ο Jamie ήταν ψευδός. Αυτό που σίγουρα δεν άλλαξε, είναι οτι ακόμη δεν μου αρέσουν τα κοτσάνια.
Πριν περίπου 2 χρόνια, μια φίλη μου έστειλε ένα λινκ από το βιογραφικό ενός σεφ με περίεργο όνομα, συνοδευόμενο από ένα βιντεάκι ενός άνδρα με ένα Παλαιστινιακό φουλάρι για μπαντάνα που ακόνιζε τα μαχαίρια του με βλέμμα πιο κοφτερό από αυτά. Ο σεφ λεγόταν Marco Pierre White και διαβάζοντας το βιογραφικό κατάλαβα οτι αξίζει να κοντοσταθείς λίγο και όχι μόνο εξαιτίας του ονόματος του. Τον ξέρεις τον Μarco. Είναι ο σεφ με το σγουρό μαλλί που αλείφει με τα χέρια ένα κοτόπουλο με "σπιτικό" ζωμό.
Πατέρας Βρετανός, μητέρα Ιταλίδα που πέθανε όταν εκείνος ήταν μόλις 6 χρονών. Αυτή η απώλεια, μαζί με τα σκληρά παιδικά χρόνια που ακολούθησαν, τον έχουν στιγματίσει και δεν το κρύβει. Κάθε άλλο. Δηλώνει λάτρης των Βρετανικών πρώτων υλών, συνηθίζοντας να πηγαίνει ο ίδιος να τα προμηθευτεί από τις πηγές ή να ζώνεται μια καραμπίνα και να κυνηγάει ο,τι κινείται στην Βρετανική εξοχή. Αφιβάλλω όμως αν αντιλαμβάνεται οτι σε όλα τα υπόλοιπα πεδία το Ιταλικό αίμα έχει πάρει τα ηνία. Ξεκίνησε ως ένα παιδί θαύμα της κουζινας, ένα αγαπημένο enfant terrible των ΜΜΕ που δεν δίσταζε να κάνει σεξ με τις (πολλές) πελάτισες του εστιατορίου στα διαλείμματα της δουλειάς του, να πετάει έξω (ακόμη το κάνει) όποιον πελάτη τολμούσε να αμφισβητήσει το δικό του κριτήριο,να σκίσει τα ρούχα ενός βοηθού σεφ που διαμαρτυρήθηκε για τη ζέστη στην κουζίνα, που παντρεύτηκε ένα μοντέλο για να το χωρίσει στο μήνα του μέλιτος. Οι γυναίκες γοητεύμενες απο το μίγμα εμφάνισης και "σκληράδας" νομίζω οτι ίσως έπαιξαν τον βασικό ρόλο για όλη αυτή την προβολή.
Τα 3 αστέρια Μισελέν μέχρι τα 32 του τον έκαναν τον νεότερο σεφ που έχει κατέφερει αυτό το επίτευγμα και φυσικά τον κορυφαίο σεφ στην Μ.Βρετανία. Αυτό που σίγουρα δεν περίμενε κανείς είναι οτι στα 35 του επέστρεψε όλα του τα αστέρια, απαρνήθηκε αυτό το ρεκόρ του κ ουσιαστικά αποδυνάμωσε την αίγλη του θεσμού που αντιπροσωπεύουν τα αστέρια του οδηγού δηλώνοντας πως αυτοί που τον έκριναν είχαν πολύ λιγότερες γνώσεις μαγειρικής από τον ίδιο.
Ο ίδιος άνθρωπος ήταν ο μέντορας του Gordon Ramsey αυτού του λεγόμενου αυθυρόστομου σεφ. Λίγοι ξέρουν οτι ήταν εκείνος που έκανε τον Ramsey να κλαίει σε μια γωνιά της κουζίνας σαν μωρό και οτι ο τελευταίος φεύγοντας από τις κουζίνες του White έκλεψε και τις ατζέντες με όλη την πελατεία του.
Ο παθιασμένος αυτός σεφ λοιπόν, σε μια τελευταία συνέντευξη του δήλωσε πως το πραγματικά καλό φαγητό τελικά είναι το απλό φαγητό και αυτό που πραγματικά μετράει θα πρέπει να είναι η τεχνική και η ποιότητα των υλικών που επέλεξες.
Απολαμβάνοντας ένα γιγάντιο κομμάτι παστίτσιου της μαμάς μου, με διπλή μπεσαμέλ εξαιρετικά για το χατήρι μου, δεν μπορώ παρά μονάχα να συμφωνήσω μαζί του.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Εμένα οι φίλοι μου είναι

Θα αγοράσω ένα χάρτη της Ευρώπης για τον τοίχο.
 Ίσως όχι μόνο της Ευρώπης. Του κόσμου ολάκερου θα πάρω, γιατί είμαι και ορθολογικός καταναλωτής. Όχι, δεν αποφάσισα τώρα στα γεράματα να γίνω το τέρας του Εκατομμυριούχου στην κατηγορία γεωγραφία. Ναι, θα εξακολουθήσω να μπερδεύω τα ποτάμια. Σιγά τη μεγάλη χασούρα. Αν είχα κανένα ποτιστικό οικοπεδάκι δίπλα στο Ρήνο, θα με ένοιαζε. Όσο θυμάμαι και εκείνα τα βράδια που έχανα τον ύπνο μου να βάφω τους χάρτες στον Άτλαντα, με ξύσμα από ξυλομπογιά και βαμβάκι, τόσο θα στέλνω το Όσλο στην Ουγγαρία από αντίδραση. (Το ξέρω το Όσλο, πλακίτσα σας κάνω. Είχε και Γιουροβίζιον εκεί. Επίσης το Όσλο δεν είναι ποτάμι. Ορίστε. Λειτούργημα κάνω).
 Θα πάρω και ένα κουτί πολύχρωμες πινέζες. Πάλι λάθος κάνεις. Δεν θα κάνω αυτό το εκνευριστικό κλισέ από τις ταινίες, να σημαδέψω πού ονειρεύομαι να ταξιδέψω. Αν ήταν να κάνω αυτό, θα έπρεπε να αγοράσω μια υδρόγειο και να την κάνω σουρωτήρι με ταβανόπροκες. (Αν και πάλι, σε καμμιά τελίτσα του Αιγαίου θα ήθελα να καταλήξω).
Τα χρειάζομαι για να αρχίσω να κρατάω λογαριασμό, πού πηγαίνουν οι φίλοι μετά από εκείνο το "τα λέμε" που ανταλλάσουμε, με έναν κόμπο στο λαιμό . Γιατί εγώ το "αντίο" δεν το λέω. Παρόλα αυτά, έχω βαρεθεί να λέω μικρά και μεγάλα αντίο.
Έχουμε απλωθεί ανα την Ευρώπη με ρυθμούς Ασιατικής γρίπης. 
Κάποιοι το είχαν στο πρόγραμμα, άλλοι αναγκάστηκαν (και αυτό με χαλάει πολύ, οπότε δεν θα επεκταθώ) και σε άλλους προέκυψε. (Ξέρεις τι σουξέ έχουμε αισθηματικά στα εξωτερικά; Αν ήξερες, με μια βαλίτσα στο χέρι θα σε βρίσκαμε τώρα).
 Επειδή όμως είμαστε και επικοινωνιακοί τύποι και ουχί μονόχνωτοι, έχουν πάρει φωτιά όλοι οι γνωστοί στον άνθρωπο τρόποι επικοινωνίας από απόσταση. Πίνουμε νερό στο όνομα κάθε κομπιουτεράκια, που στο γκαράζ των δικών του (έτσι δεν λένε όλοι τους;) ανακάλυψε και έναν ακόμη τρόπο να καταναλώνουμε bandwidth.
 Οι δορυφόροι πρέπει να φέρνουν 2 γύρες τη γη κάθε μέρα, μόνο για χάρη της παρέας. Καμμιά μέρα θα μας στείλει το λογαριασμό για την βενζίνη η ΝASA. Όλα τα στάδια τα περάσαμε νομίζω. Κουτσουμπολιά μέσω Γαλλίας με e-mail, πλάκες, γέλια και θάψιμο στην κακόγουστη Αγγλίδα στο MSN, σχόλια εσωτερικής κατανάλωσης στο facebook, μεσημεριανός καφές, κουβεντούλα και προβληματισμοί με Γερμανία, online μαθήματα για τα sos της στατιστικής, ανταλλαγή σε βιβλιογραφίες μέσω Σκωτίας, ξενάγηση σε μια ενοικιαζόμενη τρύπα του Λονδίνου, όλες οι ανάγκες κρεμασμένες στις 2 άκρες του skype.
Kαμμιά φορά σκέφτομαι πως αν κάποιος από εκείνους τους γονείς που παλιά περιμέναν μήνες για ένα γράμμα από τα παιδιά τους που είχαν φύγει μετανάστες είχε τις δικές μας ευκαιρίες, θα ένιωθε σαν να του χάρισαν τον κόσμο.
Εμένα πάλι, για να είμαι ειλικρινής, δεν μου αρκεί. Όσες φορές και να κάνει το γύρο η κάμερα του υπολογιστή για δω τον ουρανό του Άμστερνταμ, όσες φορές και να συνδυάσουμε ρούχα σε απευθείας σύνδεση με Ισπανία (αν μας παρακολουθεί κανένας πράκτορας ας επέμβει στο σημείο των αξεσουάρ), η παρουσία θα παραμένει μια ψευδαίσθηση.
Γιατί κανένα από αυτά δεν είναι εκείνα τα πρωινά της Τετάρτης, που με έναν καφέ στο χέρι, με γρήγορο βήμα κατά μήκος της παραλίας προσπαθούσαμε να χωρέσουμε όλα τα νέα και όλες τις ανησυχίες σε ένα 20λεπτο (κλεμμένο από τον ύπνο), πριν αρχίσει η τρέλα της μερας. Καμμία νύστα από ξενύχτι γιατί "άναψε" η συζήτηση στον υπολογιστή, δεν συγκρίνεται με την νύστα από το ξενύχτι που προέκυψε από το "πάμε για ένα γρήγορο καφέ" και που παραλίγο να κάνει την Γ. να χάσει την πολυαναμενόμενη ορκομωσία της το επόμενο πρωί και εμάς να φερόμαστε σαν αγγελοκρουσμένα μπροστά στους γονείς της που είχαν διασχίσει και τη μισή Ελλάδα για να το ζήσουν οι άνθρωποι. (Ωραία εικόνα, εμπνέει εμπιστοσύνη)
 Γιατί τα "ζωντανά" γέλια και η ζέστη από τις αγκαλιές πάντα θα κερδίζουν τις παρτίδες όσα if και αν έχει ο αλγόριθμος.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Τι έκανες στο γάμο σου μπαμπά;

Η αγαπημένη μου ελληνική ταινία είναι το "Μια τρελή, τρελή οικογένεια". 
Πρέπει να την έχω δει περίπου 89.234.123 φορές. Θα μου πεις,  σιγά το επίτευγμα. Αν έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ελλάδα, τόσες περίπου είναι οι φορές που έχεις δει και όλες τις υπόλοιπες ελληνικές ταινίες. Όσες και αν είναι οι φορές λοιπόν, εγώ γελάω σαν να την πρωτοβλέπω. Δεν γελάω ακριβώς, "σκουπίζω το πάτωμα" νομίζω λέγεται αυτή η ανθρώπινη συμπεριφορά, κατά την οποία το υποκείμενο γλυστράει κάτω από τον καναπέ και κυλιέται παλινδρομικά.  
Δεν θα αναφερθώ στις απίστευτες ατάκες και ερμηνείες, στην λατρεμένη Παστα-Φλώρα και το διαχρονικό σύνθημα "Αχ,Στέλιο ήρθες;". (Είπα όχι) Θα κρατηθώ για να μην μιλήσω και για το πόσο πανέμορφη ήταν η Καρέζη και πόσο θέλω εκείνο το φόρεμα με την τρύπα κάτω από το στήθος. (Υπερπροσπάθεια κάνω. Αλλά αν είχατε το πατρόν πολύ θα με βοηθούσατε).
Η σκέψη που με ιντρίγκαρε πάντα βλέποντας την ταινία, ήταν το οτι η Καρέζη ξεγλύστρισε από το πανηγύρι ενός ελληνικού γάμου και το πόσα παραλειπόμενα θα μπορούσαν να προκύψουν αν βλέπαμε αυτό στις οθόνες, αντί για τη σεμνή τελετή στη Βενετία.
Ας το ομολογήσουμε πια. Στους γάμους, μαρκίζα είναι η νύφη. Ο γαμπρός περνάει στα ψιλά γράμματα. Δηλαδή αν ο γαμπρός δεν σκάσει μύτη με το μποξεράκι σούπερμαν, ε δεν θα παλέψεις με το κοκαλωμένο από τη λακ τσουλούφι της κυρίας μπροστά σου για να δεις "τι φοράει, καλέ". 
Στην εως τώρα καριέρα μου ως καλεσμένη γάμων, οι εντονότερες στιγμές ήταν πάντα στο σπίτι της νύφης. Λακ, πινέλα, τσιμπιδάκια όλα σε ένα πεδίο μάχης και στη μέση εκείνη. Απ'έξω χοροί, πατροπαράδοτα anything, περιφερόμενα λικέρ, πανικός, ομαδική παράκρουση και λαοθάλασσα. Τρόμος.
Κάθε που ήμασταν "του γαμπρού" πολύ απλά πήγαινα μια και έξω στην εκκλησία.
Το φθινόπωρο που μας πέρασε είχαμε ένα τρελό σερί από γάμους φίλων. 
Ένας από αυτούς που παντρεύονταν, ήταν παλιός μου συμμαθητής από το δημοτικό, γείτονας και οικογενειακός φίλος. 
Από αυτούς τους ανθρώπους που γίνονται φίλοι και οι γονείς σας, που μεγαλώνεις και παίζεις μαζί στον ίδιο δρόμο, που έχεις αποκοιμηθεί βλέποντας το ο "Ιησούς από τη Ναζαρέτ" στο κρεβάτι των δικών του ("Άσε με μαμά, αν φύγουμε τώρα θα το χάσω" -Απόσταση μεταξύ των σπιτιών μας: 56'' με αργό βήμα. Γελούσαν οι άνθρωποι, έκλαιγα εγώ για το Χριστούλη) Με τα χρόνια οι γύρω νομίζουν οτι μπορεί και να είστε συγγενείς και εσείς δεν τους χαλάτε την καρδιά.
Επομένως, την όλη προετοιμασία του γάμου την έζησα για πρώτη φορά εκ των έσω(very όμως) και για τον γαμπρό. Αν εξαιρέσεις λοιπόν, όλο το άγχος της ελληνίδας μάνας να είναι εκείνη τη μέρα το σπίτι χειρουργείο από καθαριότητα και τάξη, ο γαμπρός το αντιμετώπιζε με αρκετή μεθοδικότητα.
Και ήρθε η μεγάλη μέρα. Όταν μπήκα στο σπίτι όλοι ήταν ήδη έτοιμοι, εκτός από τον αδερφό του γαμπρού που περιφερόταν στο σαλόνι, ψάχνοντας κάποιον μύστη του πανάρχαιου μυστικού του κόμπου στη γραβάτα. Όταν τελικά συμβιβάστηκε με τον πατέρα του, άρχισαν να έρχονται και οι πρώτοι καλεσμένοι.
Κάπου εκεί άρχισαν και τα αστεία που περιλαμβάνουν λέξεις όπως "απόδραση, Αλκατράζ, ιδρώτας, κρύος, προλαβαίνεις". Μέχρι εδώ, όλα αναμενόμενα. Κάποια στιγμή σε ανύποπτο χρόνο, η μαμά του γαμπρού με έχρισε υπεύθυνη του κεράσματος γλυκών. (Κι ας με ξέρει από παιδί) Το σαλόνι ήταν ένας παράδεισος συγγενών. Θείοι, θείες, ξαδέρφια εκπλήρωσαν το ρόλο τους μια χαρά. Πήραν όλοι γλυκό, χάρηκα και εγώ με το σαξές της αποστολής.
Η ανατροπή ήρθε όταν μπήκα στο δωμάτιο που ήταν μαζεμένοι όλοι οι φίλοι του γαμπρού και ο ίδιος. Άδειο. Εγώ, η πιατέλα και τα γλυκά.
Η μυρωδιά από 15 τσιγάρα με οδήγησε στο μπαλκόνι όπου βρήκα κάτι χαλαρούς τύπους να λιάζονται (λέμε τώρα) στη βεράντα. Ο γύρος με το λικέρ μάλλον δεν τους είχε συγκινήσει, πήρε και κάτι μπύρες το μάτι μου, τα γλυκά μου ούτε να τα φτύσουν. Ποδόσφαιρο και πλακίτσα στην ημερήσια διάταξη. Ήθελα να ουρλιάξω. Σκεφτόμουν πως την ίδια ώρα σε ένα άλλο σπίτι στην άκρη της πόλης επικρατεί π α ν ι κ ό ς. "Ωστε έτσι τα περνάτε;" Ούτε ένα σεσουάρ έτσι, για τα προσχήματα. Η Ηρεμία. Ο γαμπρός σε νιρβάνα ανέλυε κάτι για τον Ηρακλή.
Κάποιος από το σαλόνι είπε να δυναμώσουν τη μουσική που έπαιζε στο δωμάτιο του γαμπρού, να πέσει και κανένας χορός. Και εκεί που προετοιμάζομαι για το χότεστ χιτ των γάμων τελευταίως το "Στου παιδιού μου τη χαρά, έσφαξα έναν κοκορά" (ο τόνος στο α) αντηχεί σε όλο το σπίτι  "Το καλύτερο μπεγλέρι είναι τα κλειδιά στο χέρι". (Τιτανοτεράστιε Μαργαρίτη)
Κοιτάω το γαμπρό με βλέμμα "σου έχουν σφίξει τη γραβάτα τόσο, που μπλόκαρε η παροχή στο ανώγειο;" σηκώνει τους ώμους και λέει "Βρήκαμε μια playlist στο youtube, λαϊκά έλεγε. Άμα θες, πάνε στο λαπτοπ κ βρες τίποτα άλλο". Οι σκέψεις να πάω να φορτώσω καμμιά playlist "Παντρεύεται η αγάπη μου σε πείσμα για γινάτι μου- Παντρεμένοι κι οι δυο" να γίνει ΤΟ ταρατατζούμ απορρίπτονται ένεκα της φουκαριάρας της μάνας του, που ήταν η μόνη αγχωμένη.
Ξαφνικά, εκεί που καθόμαστε όμορφα και ωραία και έχω βάλει μπρος ένα εξαιρετικό σπιτικό λικέρ που κυκλοφορούσε στα πέριξ, ο γαμπρός δίνει το σύνθημα για το φάιναλ κάουνταουν. Και εξαφανίζεται.
Το μοναδικό πράγμα για το οποίο είχε καταδεχτεί να αγχωθεί ήταν η ώρα αναχώρησης από το σπίτι. Πρέπει να μας την είχε πει σε όλες τις γλώσσες και τη νοηματική.
6 και 4' ώρα Ελλάδος ο γαμπρός εισέρχεται εις το αυτοκίνητο του κολλητού του και χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά ξεκινάει για την επιχείρηση γάμος. Μας είχε βάλει δε όλους τόσο στο κλίμα που δεν ξέρω αν είναι η ιδέα μου, αλλά νομίζω πως άκουγα από κάπου το soundtrack του Mission Impossible. Εδώ βέβαια άκουσα Σφακιανάκη "του νταβατζή σου η μαχαιριά" αυτό θα μου φανεί περίεργο;
Πιο αποτυχημένη αυτοκινητοπομπή για γαμό δεν έχει ματαγίνει. 3 χιλιόμετρα απόσταση οι υπόλοιποι από το αμάξι με το γαμπρό. Τα πιο άκυρα κορναρίσματα στην ιστορία του Κ.Ο.Κ.
Φυσικά και φτάσαμε υπερβολικά νωρίς στην εκκλησία. Τον βρήκαμε ήδη στα σκαλιά να κρατάει την ανθοδέσμη όπως θα κρατούσες μια δέσμη ΤΝΤ. Εγώ αρνήθηκα να κρυώνω και μαζί με τον αδερφό του γαμπρού τρυπώσαμε μέσα στην εκκλησία, όπου πιάσαμε από ένα στασίδι και χασμουριώμασταν. 
7 και 1' ώρα Ελλάδος, 60 ολόκληρα δευτερόλεπτα  αργότερα από την αναγραφόμενη στο προσκλητήριο ώρα, τρέχαμε πρός την έξοδο της εκκλησίας να υποδεχθούμε τη νύφη.
Τα ετερώνυμα έλκονται, my ass.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Το δίλημμα του φυλακισμένου

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ήσουν απόλυτα σίγουρος για μια επιλογή σου; Και πότε η κάβα των επιλογών σου ήταν απλή, συγκεκριμένη και ξεκάθαρη;
Η τελευταία φορά που θυμάμαι να είχα μια απλή επιλογή ήταν στο νηπιαγωγείο.
Eίχα αποφασίσει οτι θα παντρευτώ τον Λ. που ήταν όμορφος, έμενε κοντά στο σπίτι μου (από τότε πρακτικό άτομο, γιατρέ μου), έδερνε τα άλλα αγόρια και με είχε υπερασπιστεί ιπποτικά ("αν την ξαναπειράξεις, θα σε μαυρίσω στο ξύλο") όταν η κακιά Δ. δεν με άφηνε να μπω στο κουκλοθέατρο και έκλαιγα με μαύρο δάκρυ. Το είχαμε ανακοινώσει και στους γονείς, μην το 'χουν έγνοια, όλα μέλι-γάλα.
Μετά μεγάλωσα και έμαθα να μπαίνω μόνη μου στα κουκλοθέατρα.
Η επόμενη φορά που ίσως μπαίνει στο λογαριασμό, ήταν στα 17 που δήλωνα κατηγορηματικά στους γονείς οτι αν δεν περάσω Θεσσαλονίκη εγώ δεν ξεκουνιέμαι για αλλού. Τι κι αν προσπαθούσαν οι καημένοι να μου πάρουν το βάρος λέγοντας πως δεν πειράζει και να μην αγχώνομαι. Εγώ έσφιγγα τα δόντια και γρύλιζα πως όλοι έρχονται στη φτωχομάνα για φοιτητική (ντόλτσε, αλλά αυτό δεν το λες στους γονείς) ζωή και εγώ που γεννήθηκα κάτω από τον Πύργο το Λευκό (πως τον κοιτάς, στο αριστερό χέρι) ένα βράδυ που χιόνισε, θα λείπω; Θεσσαλονίκη ή τίποτα, λοιπόν. Τελικά έγινε το θέλημα μου, αλλά και πάλι, την πολυπλοκότητα των επιλογών που είχα να αντιμετωπίσω πριν συμβεί δεν την λες και εύκολη πίστα.
Και επειδή σαν κορίτσι και εγώ κάτι έχω δει και από Sex and the city, εκτός από τα φρου-φρου και αρώματα, θυμάμαι και μια ατάκα που έλεγε πως μήπως τελικά ακριβώς επειδή έχουμε τόσες πολλές επιλογές, συχνά δεν κάνουμε καμμία απολύτως; Βρε λες;

5 αισθήσεις πόσες μνήμες μας κάνουν;



Σπάω ένα ρόδι, κάνω μια φούρλα και μπουκάρω. Καλώς σας βρήκα και καλώς -αν- με βρήκατε.

Ένα ωραίο βράδυ μετά τα μεσάνυχτα, την προηγούμενη εβδομάδα που ο καιρός αποφάσισε να μας κάνει να σκαρφαλώνουμε σε ντουλάπες να ξεθάψουμε το οτιδήποτε δεν ήταν φτιαγμένο για ονειρικές αποδράσεις στην Ανταρκτική, ένας ήχος από έξω μου τράβηξε την προσοχή. Ερχόταν από το δημοτικό σχολείο που έχω απέναντι από το σπίτι μου. (Άλλη ώρα θα μιλήσω για αυτή την ανείπωτη ευτυχία του να έχεις σχολείο ΤΟΣΟ κοντά στο σπιτικό σου). Ο επίμονος χτύπος μιας μπάλας μπάσκετ πότε στο ταμλπό και πότε στο γήπεδο, φωνές και γέλια από κάποια προφανώς μεγάλα αγόρια.

Και τότε συνέβη. Αυτό που ο Doctor Who έχει για full-time απασχόληση, αυτό που είναι από τις πιο κλισέ ερωτήσεις από γεννησιμιού των ερωτήσεων: ταξίδεψα στο χρόνο. Στο παρελθόν για την ακρίβεια. Και πριν αρχίσετε να με ρωτάτε για τον Σωκράτη, τον Έλβις, τον Βοναπάρτη και την προγιαγιά σας να διευκρινίσω οτι μιλάω για ένα σχετικά κοντινό παρελθόν δηλ. τα παιδικά μου χρόνια.

Από τότε είχα να ακούσω τόσο αργά το βράδυ παιδιά να έχουν τρυπώσει στην αυλή του σχολείου και να παίζουν, να γελάνε και να κάνουν ψιλοέξαλλους τους γείτονες. Αλήθεια τι έγινε μετά; Γιατί σταματήσαμε να ακούμε τα γέλια από τις νυχτερινές τσακαλοπαρέες; Να φταίει που κλείδωσαν τις πόρτες; Αυτό δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν μας από όσο θυμάμαι. Σε αυτό το δημοτικό πήγαινα. Μπορώ ακόμη κ σήμερα να σου πω πού περίπου έχει τα σωστά βαθουλώματα ο πέτρινος τοίχος της περίφραξης για να βάλεις τα πόδι σου και να σκαρφαλώσεις μέσα. Να φταίει μήπως που κλειδωθήκαμε εμείς; Που το μόνο που ακούς τα καλοκαίρια είναι το βουητό των κλιματιστικών; Δεν ξέρω. Ίσως μεγαλώνοντας να χάνεις τελικά πολύ περισσότερα κομμάτια του παζλ χωρίς καν να το αντιλαμβάνεσαι.

Το πόση εντύπωση μου έκανε όμως η δύναμη ενός ήχου που κατάφερε να φέρει πίσω μνήμες από το παρελθόν άλλο να σου λέω...

Όλοι έχουμε κάποια στιγμή ταξιδέψει μέσω μιας γεύσης, μιας μυρωδιάς, ενός ήχου σε κάποια στιγμή του παρελθόντος (αν κάποιος έχει πάει μέλλον, να μας πει τι είχε φάει). Αισθήσεις, τα πιο φθηνά εισητήρια για ταξίδι στο χρόνο. Σε μένα όμως ξύπνησε μαζί και μια ολόκληρη αίσθηση εκείνης της εποχής. Και άρχισαν οι σκέψεις...